Λαύριο
17 Μαΐου, 2023
Νέα Ιωνία
17 Μαΐου, 2023

Καισαριανή

Πριν το 1922 η Καισαριανή ήταν γνωστή ως εξοχική τοποθεσία στους πρόποδες του Υμηττού και ο κόσμος την επισκεπτόταν μόνο για τη Βυζαντινή Μονή και τη θαυματουργή, όπως έλεγαν, πηγή νερού, που βοηθούσε στη γονιμότητα των γυναικών. Mια κεφαλή κριού, στόλιζε το κεφαλάρι της.

Το 1917 η περιοχή κάτω από το μοναστήρι, θαμνώδης και βραχώδης, κηρύχθηκε αναδασωτέα, αλλά η ανάγκη στέγασης των προσφύγων του 1922 ανέτρεψε το σχέδιο αυτό.

Η ιστορία όμως έχει ως εξής: Γύρω από το Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων «Συγγρού» είχε στηθεί καταυλισμός με σκηνές που παρείχε το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων, ήδη από τις πρώτες μέρες της έλευσης των προσφύγων.Ο λόγος ήταν ότι στο νοσοκομείο περιθάλπονταν πολλοί πρόσφυγες και κυρίως προσφυγοπούλες που είχαν προσβληθεί από νοσήματα στη διάρκεια του διωγμού τους. Στις αρχές του 1923 απαλλοτριώθηκε έκταση 231 στρεμμάτων από το σημείο του καταυλισμού και ως τους πρόποδες του Υμηττού, κατά μήκος του ρέματος του Ηριδανού. Τον Μάιο του 1923 ξεκίνησε η κατασκευή του οικισμού, που αρχικά ονομάστηκε «συνοικισμός Συγγρού». Περιλάμβανε 500 ξυλόπηκτες και 1.000 πλινθόκτιστες οικίες μεγέθους ως 20 τ.μ. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε 10-12 οικίες σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο με κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο και τουαλέτες. Η στέγη ήταν καλυμμένη με πισσόχαρτο και τσίγκο. Πολύ συχνά οι πρόσφυγες αποπεράτωναν οι ίδιοι τα σπίτια τους, βάζοντας τα κουφώματα. Η πολύ απλή διαρρυθμιση τους επέτρεπε να κάνουν και οι ίδιοι παρεμβάσεις ώστε να γίνεται πιο λειτουργικός ο χώρος για να καλύψει τις ανάγκες συχνά πολυμελών οικογενειών. Για να εγκατασταθούν όμως στα σπίτια συχνά αναγκάζονταν να τα «καταλάβουν», ενώ όταν το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων διαδέχθηκε η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (1924) η απαίτησή της για αποπληρωμή των προσφυγικών οικιών ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων σε όλον τον προσφυγικό κόσμο. Η μαρτυρία της Δόμνας Σαμίου, που ήταν Καισαριανιώτισσα, είναι αποκαλυπτική:

Μια Κυριακή απόγευμα γινότανε ένας γάμος και ο πατέρας μου, σαν διασκέδαση το είχε ο άνθρωπος, πού να πάει, καφενεία δεν πήγαινε, δεν έπινε, πήγε λοιπόν στην εκκλησία να παρακολουθήσει το γάμο. Η μάνα μου έμεινε στο αντίσκηνο, ήτανε έγκυος τότε στην αδερφή μου. Περίμενε να γυρίσει ο Γιάγκος, πήγε δέκα, πήγε έντεκα, πήγε δώδεκα, πήγε μία, η εκκλησία ήταν κλειστή, δεν υπήρχε κανείς μέσα. Τι έγινε ο Γιάγκος, πού πήγε ο Γιάγκος, ανησυχούσε η κακομοίρα, δεν ήξερε τι να κάνει, δεν κοιμήθηκε περιμένοντας τον Γιάγκο. Πρωί πρωί ο Γιάγκος έρχεται. «Πού ήσουνα;» του λέει ανήσυχη. «Σώπα, της λέει, στην εκκλησία που ήμουνα άκουσα ότι δίνουν τις παράγκες και έφυγα απ’ το γάμο και έτρεξα και μπήκα σε μια παράγκα κι έκατσα για να μην μου την πάρει άλλος». Κι έμεινε μέχρι το πρωί ο καημένος. Του τη δώσανε, την πήρε μόνος του, δεν ξέρω, ευτυχώς ήτανε στην άκρη, ακριανή παράγκα, οπότε είχε και παράθυρο προς το στενάκι και είχαμε και αέρα και φως. Έτσι πήρε την παράγκα ο Γιάγκος. Το πρωί παρακάλεσε εκεί μια γειτόνισσα να προσέχει να μην του την πάρει κανείς κι έτρεξε γρήγορα να το πει στη Μαρία, να κουβαλήσουν τα πράγμα

Πλάι στην παράγκα ο πατέρας μου είχε κάνει μια κουζινίτσα από γκαζοτενεκέδες. Είχε ανοίξει γκαζοτενεκέδες και είχε φτιάξει απέξω μια κουζινούλα ώστε να μπορεί η μητέρα μου εκεί να μαγειρεύει, τρώγαμε εκεί σαν τραπεζαρία. Εκεί είχε μια σκάφη και κάθε Σάββατο μας έπλενε, μας έκανε μπουγάδα όλους, από τον πατέρα μου μέχρι την αδελφή μου και μένα. Είχε ένα βαρέλι μεγάλο μες στην κουζίνα όπου μάζευε βρόχινο νερό, γιατί με το βρόχινο νερό καθαρίζανε τα μαλλιά καλύτερα, ή και τα ρούχα που έπλενε ήταν καλύτερα.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1920 άρχισε η κατασκευή και των λεγόμενων “τετρακατοικιών”, δηλαδή διώροφων συγκροτημάτων, αρκετά από τα οποία σώζονται ακόμη στην Εθνικής Αντιστάσεως, τα οποία ήταν χωρισμένα σε διαμερίσματα των 36 τ.μ.  και στεγασμένα με κεραμίδι. Την ίδια εποχή ανοικοδομήθηκαν και οι τριώροφες και τετραώροφες εργατικές κατοικίες στην περιοχή που ορίζεται από τις οδούς Λεωνίδα Μανωλίδη, Νέας Εφέσου, Τζων Κέννεντυ και Ηρώων Πολυτεχνείου. Στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου οι πολυκατοικίες αυτές σημαδεύτηκαν με ίχνη από σφαίρες και όλμους κατά τις πολύωρες μάχες για τις ανατολικές συνοικίες.

Σε αντίθεση με το Βύρωνα, η Καισαριανή δεν έτυχε τόσο καλού αρχικού σχεδιασμού και οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν σταθερά για την ύδρευση, τις αποχετεύσεις, την έλλειψη σχολείου και βρεφοκομείου. Το πρώτο δημοτικό σχολείο χτίστηκε μόλις το 1928 με δωρεά της Έλενας Βενιζέλου. Την ίδια εποχή απέναντί του χτίστηκε και το εντευκτήριο του αθλητικού Συλλόγου Νήαρ Ηστ, που χρηματοδοτήθηκε από την αντίστοιχη αμερικανική οργάνωση  . Οι κάτοικοι είχαν ειδικευθεί στην αυτό-οργάνωση και φρόντιζαν οι ίδιοι για την ασφάλεια του συνοικισμού, ειδικά από υπόκοσμο που εποφθαλμιούσε τις ορφανές  ή χήρες νέες γυναίκες.

Το 1934 η Καισαριανή έγινε δήμος, αλλά πολλά από τα προβλήματα παρέμεναν, όπως μαρτυρούν τα βιβλία των δημοτικών συμβουλίων. Ο Ηριδανός (ο Ντερές όπως τον αποκαλούσαν οι πρόσφυγες στα τουρκικά) γέμιζε από ακαθαρσίες αποτελώντας εστία μόλυνσης και οι εταιρίες καθαρισμού ζητούσαν υπέρογκα ποσά. Τα σχολεία δεν επαρκούσαν ούτε και το δίκτυο ύδρευσης (μια βρύση σε κάθε τετράγωνο). Οι ασθένειες εξακολουθούσαν να ταλαιπωρούν τον πληθυσμό. Ιδιαίτερα η φυματίωση θέριζε. Για το λόγο αυτό η Ελληνική Αντιφθισική Εταιρεία ζήτησε ένα οικόπεδο επί των οδών Ζεφύρου και Βρυούλλων, προκειμένου να ιδρύσει ιατρείο για την καταπολέμηση της φυματίωσης.

Με το πέρασμα του χρόνου αρκετοί κάτοικοι της Καισαριανής μπόρεσαν να χτίσουν καλύτερα σπίτια, μικρά μεν αλλά με πιο ανθεκτικά δομικά υλικά και στέγες που δεν έσταζαν. Καθώς ο περισσότερος κόσμος εργαζόταν στη βιοπάλη (βιοτεχνία, βιομηχανία, δημόσια και ιδιωτικά έργα) και με δεδομένο ότι οι διεκδικήσεις τους από το ελληνικό δημόσιο σπάνια έβρισκαν κάποιο αντίκρισμα, οι Καισαριανιώτες στο μεγαλύτερο μέρος τους ανέπτυξαν αριστερή ιδεολογία και στον πόλεμο τάχθηκαν με το πλευρό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Το Σκοπευτήριο έγινε κολαστήριο και τόπος εκτέλεσης από τους Γερμανούς, κάτι που ώθησε τους κατοίκους στην αντίσταση και τα σαμποτάζ. Στα Δεκεμβριανά του ‘44 εδώ δόθηκε μια από τις μεγαλύτερες μάχες του Εμφυλίου. Μεταπολεμικά, η Καισαριανή γνώρισε σταδιακά την ανοικοδόμηση, που εντάθηκε κατά τις δεκαετίες 1970 και 1990, με αποτέλεσμα να δίνει σήμερα την εικόνα μεγαλούπολης.